© Σωτήριος Γ. Μάιπας
Ήταν ξυλουργός, όπως ο πατέρας του και ο παππούς του. Είχε αναγκαστεί να φύγει από το χωριό του πριν από μερικά χρόνια. Ζούσε σε μια μεγάλη πόλη, μακριά από τη φύση που τόσο αγαπούσε. Έφτιαχνε λίγα έπιπλα και κατάφερνε να ζει την οικογένειά του. Όμως, τα πράγματα δεν ήταν όπως τότε στο χωριό του. Πιο παλιά, έβρισκε πεταμένα ξύλα ή παλιά πεταμένα έπιπλα, ακόμα και ξύλα που έφερνε το νερό της θάλασσας και τα παρατούσε στην άμμο. Με αυτά τα ξύλα, έφτιαχνε ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς. Από παιδικά παιχνίδια μέχρι πανέμορφα κοσμήματα. Στην πόλη όμως, ήταν όλα διαφορετικά. Δεν υπήρχε θάλασσα για να του χαρίσει παλιά ξύλα. Και ό,τι παλιό ξύλινο έπιπλο υπήρχε, οι άνθρωποι το πετούσαν στα σκουπίδια και τα μεγάλα μηχανήματα του δήμου το εξαφάνιζαν αμέσως.
Κάθε λίγους μήνες, όλο και κάπου γινόταν κάποια ανακαίνιση. Οι άνθρωποι πετούσαν βιαστικά ό,τι θεωρούσαν ότι ήταν παλιό και άχρηστο. Ο ξυλουργός, μόλις καταλάβαινε ότι γινόταν κάπου ανακαίνιση, περίμενε υπομονετικά, κρυμμένος εκεί γύρω, για να ρίξουν στα σκουπίδια τα παλιά ξύλα και πήγαινε να τα μαζέψει προτού τα πάρουν τα μηχανήματα του δήμου. Όσοι έκαναν ανακαίνιση συνήθιζαν πρώτα να ξηλώνουν και να πετούν τα παντζούρια από τα παράθυρά τους. Για εκείνους που τα πετούσαν, τα παλιά ξύλινα παντζούρια ήταν άχρηστα ξύλα. Για τον ξυλουργό μας όμως, ήταν πραγματικός θησαυρός!
Μάζευε τα παντζούρια ένα-ένα και τα πήγαινέ στο εργαστήριό του. Και όταν γινόταν ανακαίνιση σε κάποια μεγάλη πολυκατοικία, γέμιζε την αποθήκη με πολλά-πολλά παντζούρια. Για ώρες ολόκληρες τα καθάριζε, τα έτριβε για να φύγει η μπογιά από πάνω τους και άφηνε τα ξύλα σε στοίβες ανάλογα με το μέγεθός τους, σ’ έναν χώρο απέναντι ακριβώς από τον πάγκο πάνω στον οποίο συνήθιζε να δουλεύει.
Καθόταν στον πάγκο του και τα κοιτούσε με πολλή προσοχή. Μόλις αποφάσισε με ποιο θα ξεκινούσε, το έπαιρνε στα χέρια του και το σκάλιζε και το σκάλιζε και το σκάλιζε… Του έδινε νέα μορφή που σε τίποτα δεν θύμιζε το τι ήταν παλιά. Κάποτε ήταν ξύλινα κομμάτια από παλιά παντζούρια. Στα χέρια του ξυλουργού όμως γίνονται ξύλινα ζωάκια, σβούρες, φιγούρες από τα κινούμενα σχέδια, υπέροχα σκαλιστά κοσμήματα και τόσα πολλά άλλα πράγματα. Και δεν έφτιαχνε μόνο μικροπράγματα. Έφτιαχνε και μεγάλες κατασκευές! Ξύλινα κουτιά, ξύλινα σπιτάκια, μεγάλα αλογάκια, αλλά και πανέμορφα ράφια. Όλα αυτά τα έβαζε στο μαγαζί του, στη βιτρίνα.
Οι περαστικοί τα χάζευαν με τις ώρες και πολλοί λίγοι ήταν αυτοί που αγόραζαν μόνο ένα από όλα αυτά. Άρεσαν σε όλους. Τα παιδικά παιχνίδια και τα κοσμήματα ήταν αυτά που άρεσαν στον κόσμο περισσότερο. Για να μην πολυλογούμε, σχεδόν κάθε παιδί στην πόλη είχε ένα παιχνίδι του ξυλουργού. Και σχεδόν κάθε γυναίκα είχε ένα κόσμημα από αυτά που έφτιαχνε ο ξυλουργός. Κανείς δεν τον ρωτούσε πού έβρισκε τα ξύλα. Το θεωρούσαν ασήμαντη λεπτομέρεια. Όμως, δεν ήταν. Από τη στιγμή μάλιστα που κάποιοι και κάποιες είχαν βάλει μέσα στο σπίτι τους ή πάνω τους αντικείμενα που είχαν φτιαχτεί από ξύλα από τα δικά τους έπιπλα ή από τα παντζούρια των δικών τους σπιτιών.
Κάποια μέρα, ένα μικρό παιδί, έκανε την ερώτηση που τόσο καιρό περίμενε ο ξυλουργός να ακούσει:
«Πού βρίσκετε τα ξύλα για να τα φτιάχνετε όλα αυτά», τον ρώτησε εκείνο το παιδί.
«Θα σου πω» του απάντησε ο ξυλουργός. «Εσείς μου τα δίνετε, αλλά δεν το γνωρίζετε! Δεν σας κλέβω βέβαια! Απλά μαζεύω αυτά που πετάτε. Δεν μου λες, εσείς σπίτι σου κάνατε ανακαίνιση μέσα στα τελευταία δυο χρόνια;»
«Κάναμε!»
«Πετάξατε τα παντζούρια που είχατε παλιά;»
«Μα, ναι! Βάλαμε καινούργια! Τα καινούργια είναι καλύτερα, αλλά εμένα μου λείπουν τα παλιά».
«Και τα παλιά τι τα κάνατε;» τον ρώτησε ο ξυλουργός.
«Τα πετάξαμε. Ο μπαμπάς μου κάπου τα πέταξε. Δεν πρόλαβα να του το πω ότι δεν ήθελα να πετάξει τα δικά μου παντζούρια…»
«Γιατί δεν ήθελες να πετάξει τα δικά σου;»«Γιατί, εμένα μου άρεσε να τα σκαλίζω από μέσα;»
«Πώς; Το παντζούρι με κάτι χαραγμένα ζωάκια και προσωπάκια που βρήκα δικό σου ήταν;»
«Ναι! Το έχετε!»
«Βεβαίως! Είναι από τα λίγα που κράτησα χωρίς να τα πειράξω. Απίστευτο!»
«Μπορώ να το δω;» ρώτησε ο μικρός με αγωνία.
«Εννοείται!»
Ο ξυλουργός πήγε στην αποθήκη του και έφερε το παντζούρι με τα σκαλιστά σχέδια. Όταν επέστρεψε στο μαγαζί του, μαζί με το μικρό παιδί ήταν μέσα και οι γονείς του.
«Καλημέρα σας!» είπε η μητέρα του παιδιού στον ξυλουργό. Ζητώ συγγνώμη εάν σας ενόχλησε».
«Μα τι λέτε; Καθόλου δεν με ενόχλησε!» της απάντησε εκείνος. «Η παρέα του μου ήταν πολύ ευχάριστη και γι’ αυτό επιτρέψτε μου να σας κάνω ένα δώρο».
«Μα, δεν είναι ανάγκη…» είπε η μητέρα του παιδιού.«Επιμένω…» της είπε ο ξυλουργός. «Απλά, δώστε μου μερικά λεπτά».
Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, ο ξυλουργός βάζει το παντζούρι επάνω στο τραπέζι και ξεκινά να το κόβει από εδώ, να το κόβει από εκεί, να το τρίβει όπου δεν ήταν λείο, να του βγάζει λίγη από τη μπογιά που είχε, να του βάζει άλλη, να στερεώνει κάτι γάντζους επάνω και… έτοιμη η κρεμάστρα. Μια υπέροχη κρεμάστρα εισόδου!
«Αυτό είναι για εσάς!» είπε στους γονείς του παιδιού, κλείνοντάς του με νόημα το μάτι.
«Τι ωραία κρεμάστρα!» είπε η μητέρα του του παιδιού. «Είναι ό,τι πρέπει για την είσοδο του σπιτιού μας! Εξαιρετική!»
Προσπάθησαν να τον πληρώσουν, αλλά ο ξυλουργός δεν δέχθηκε χρήματα. Του έκανε εντύπωση που οι γονείς του παιδιού δεν αναγνώρισαν το ξύλο και τα χαραγμένα σχέδια. Το πρόσεξαν πιο μετά όμως. Και όχι μόνο το πρόσεξαν, αλλά το είπαν παντού.
Το επόμενο πρωί, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του ξυλουργού και ακόμα παραπέρα, υπήρχε κόσμος που κάτι κρατούσε για να δώσει στον ξυλουργό. Οι περισσότεροι κρατούσαν παντζούρια και παλιά σπασμένα έπιπλα. Τον παρακαλούσαν να δώσει πάλι ζωή στα ξύλα μέσα από τη δημιουργία νέων αντικειμένων.
Ο ξυλουργός ήταν αδύνατον να το διαχειριστεί όλο αυτό μόνος του. Ο χώρος έξω από το ξυλουργείο του είχε γεμίσει με ξύλα που έκρυβαν όχι μόνο την είσοδο στο μαγαζί του, αλλά το ίδιο το μαγαζί του ολόκληρο. Χρειαζόταν οπωσδήποτε βοηθούς.
Ο πρώτος του βοηθός ήταν εκείνο το παιδί που σκάλιζε τα παντζούρια του. Μετά, ήρθαν και άλλα παιδιά, αλλά και μεγάλοι. Έμαθαν όλοι την τέχνη της ξυλογλυπτικής και τη χαρά της δημιουργίας. Όμως, έμαθαν και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό. Ότι δεν είναι όλα τα πράγματα σκουπίδια! Κάποια πράγματα μπορούν να αποκτήσουν πάλι ζωή και να συνεχίζουν να μας συντροφεύουν έστω και σε άλλη μορφή.
Από ένα παντζούρι μπορούν να φτιαχτούν πολλές ξύλινες φιγούρες και πολλά κοσμήματα. Κι έτσι, ένα παλιό παντζούρι μπορεί να δώσει χαρά σε τόσους πολλούς ανθρώπους και να μην πάψει ποτέ να υπάρχει, γιατί ποτέ του δεν ήταν σκουπίδι.