© Σωτήριος Γ. Μάιπας
Μεγάλη ανησυχία στο δάσος σήμερα. Και δεν ήταν μόνο γιατί πλησίαζε καταιγίδα. Μια χελώνα και μια τίγρης έτυχε να ανακαλύψουν ταυτόχρονα μια σπηλιά. Μια σπηλιά μέσα στον χειμώνα είναι κάτι παραπάνω από μία απλή σπηλιά. Είναι ένα καταφύγιο από τη βροχή και το κρύο.
«Εγώ τη βρήκα πρώτη!» φώναξε η τίγρης κοιτώντας τη χελώνα απειλητικά.
«Όχι, εγώ την είχα δει πρώτη! Εσύ απλά με πρόλαβες και ήρθες σχεδόν ταυτόχρονα με εμένα στην είσοδο της σπηλιάς!» της είπε η χελώνα.
«Εγώ είμαι πιο ψηλή από εσένα και γι’ αυτό την είχα δει από πολύ πιο μακριά!»
«Θες να πάμε μέσα να δούμε πώς είναι;» τη ρώτησε η χελώνα.
«Και τι θα κερδίσεις εσύ από αυτό;» αναρωτήθηκε η τίγρης.
«Αν είναι αρκετά μεγάλη η σπηλιά, μπορούμε να την μοιραστούμε».
«Αποκλείεται! Πού ακούστηκε αυτό; Μια τίγρης σαν κι εμένα να μοιράζεται μια σπηλιά με μια χελώνα;»
«Μα…»
«Η σπηλιά είναι δική μου! Πήγαινε ψάξε όπου αλλού θες!»
Και οι δυο τους σταμάτησαν να μιλάνε, όταν είδαν μια σκιά να τους καλύπτει απειλητικά.
«Τι γίνεται εδώ;» είπε μία πανύψηλη καμηλοπάρδαλη που έσκυβε το κεφάλι της από πάνω τους. «Γιατί τσακώνεστε;»
«Εσύ είσαι;» τη ρώτησε η τίγρης ξαφνιασμένη.
«Ναι, εγώ είμαι. Γιατί ενοχλείς τη χελώνα;»
«Γιατί η σπηλιά είναι δική μου!»
«Και πόσο χώρο πια πιάνει μια χελώνα σε μια τόσο μεγάλη σπηλιά;» αναρωτήθηκε η καμηλοπάρδαλη.
«Δεν είναι θέμα χώρου» απάντησε η τίγρης παίρνοντας ένα περίεργο ύφος. «Είναι θέμα…»
«Τι εννοείς; Δεν είμαστε όλοι ίσοι;» τη ρώτησε η καμηλοπάρδαλη.
«Μα εγώ έχω οικογένεια…» απάντησε η τίγρης.
«Γιατί, εγώ δεν έχω;» ρώτησε η χελώνα.
«Και τι προτείνεις εσύ δηλαδή που μας κοιτάς από εκεί πάνω; Ποιος σε όρισε δικαστή;» ρώτησε η τίγρης την καμηλοπάρδαλη.
«Προτείνω, εφόσον δεν θέλετε να τη μοιραστείτε, να διαγωνιστείτε σε κάτι και όποιος κερδίσει θα κερδίσει και τη σπηλιά».
«Να κάνουμε έναν διαγωνισμό γνώσεων!» είπε η χελώνα.
«Γνώσεων; Εσύ όλη μέρα διαβάζεις; Είναι δίκαιο;» τη ρώτησε η τίγρης. «Να κάνουμε έναν αγώνα ταχύτητας!»
«Πλάκα μας κάνεις τώρα!» της είπε η καμηλοπάρδαλη. «Είσαι σοβαρή;»
Μία ολόκληρη ώρα προσπαθούσαν να αποφασίσουν σε τι θα διαγωνίζονταν. Μα δεν υπήρχε τίποτα δίκαιο. Από τις φωνές τους μαζεύτηκαν άλλα ζώα του δάσους γύρω τους. Κανένα δεν μπορούσε να προτείνει κάτι που να ήταν ιδανικό για έναν διαγωνισμό μεταξύ μιας τίγρης και μιας χελώνας. Οι ώρες περνούσαν και περνούσαν και περνούσαν, μέχρι που τελικά κατέληξαν στην απόφαση ο διαγωνισμός να ήταν ένας διαγωνισμός ταχύτητας. Περίεργο; Ναι, αλλά υπήρχαν όροι.
«Δέχομαι να διαγωνιστώ σε αγώνα ταχύτητας, αρκεί να μην διαγωνιστώ με την τίγρη» είπε η χελώνα.
«Τι εννοείς;» αναρωτήθηκαν όλα τα ζώα με μία φωνή.
«Αν διαλέξει η τίγρης κάποιο ζώο που να είναι στο μέγεθός μου για να αγωνιστεί στη θέση της, δέχομαι τον αγώνα ταχύτητας».
«Μα, εσύ είσαι πολύ αργή!» φώναξαν όλοι, πάλι με μία φωνή.
«Σε λίγο θα βρέξει» είπε η χελώνα, κοιτάζοντας τον ουρανό. «Πρέπει να τελειώνουμε. Αν δεχθεί η τίγρης, εγώ θέλω να τελειώνω με αυτόν τον παραλογισμό. Είμαι σίγουρη ότι η σπηλιά είναι πολύ μεγάλη και θα μπορούσαν να χωρέσουν όλα τα μέλη των οικογενειών μας, αλλά αφού η τίγρης δεν το θέλει, ας είναι…»
«Θες να το ξανασκεφθείς, κυρία τίγρη;» τη ρώτησε η καμηλοπάρδαλη.
«Σε καμία περίπτωση! Δέχομαι την πρόταση της χελώνας. Δίνω τη θέση μου στον λαγό».
«Αδικία!» φώναξαν πάλι όλοι με μία φωνή.
«Και τι θα κερδίσω εγώ;» αναρωτήθηκε ο λαγός.
«Δωρεάν φαγητό για δέκα ημέρες!» του είπε η τίγρης.
«Για δεκαπέντε ημέρες!» της πρότεινε εκείνος.
«Για δώδεκα!» του είπε η τίγρης και συμφώνησαν.
«Είσαι εντάξει με όλο αυτό;» ρώτησε η καμηλοπάρδαλη τη χελώνα.
«Ναι. Όποιος καταφέρει να βρεθεί πιο μακριά μέσα σε 5 δευτερόλεπτα, ας είναι αυτός που θα κερδίσει!»
«Μα τι λες;» τη ρώτησε η καμηλοπάρδαλη.
«Θέλω να τελειώνουμε» είπε η χελώνα. «Θα βρέξει όπου να ’ναι. Ας ξεκινήσουμε τώρα, για να τελειώνουμε και να πάει ο καθένας στο σπίτι του».
Τα ζώα έκαναν όλα στην άκρη και η χελώνα και ο λαγός πήραν θέση εκκίνησης σε αυτόν τον παράλογο αγώνα ταχύτητας. Κάποια έφυγαν, γιατί δεν ήθελαν να παρακολουθήσουν τον άδικο αυτόν αγώνα. Αποφάσισαν το σήμα για την εκκίνηση να το δώσει η αλεπού.
«3, 2, 1….» είπε η αλεπού και λαγός ξεκίνησε να τρέχει.
«Σκύψε!» φώναξε η χελώνα στην καμηλοπάρδαλη.
Η καμηλοπάρδαλη έσκυψε, η χελώνα ανέβηκε στο κεφάλι της και η καμηλοπάρδαλη με μια μαεστρική κίνηση σήκωσε το λαιμό της ψηλά και στάθηκε στα δυο της πόδια για να πάει ακόμα πιο ψηλά!
«Μα τι γίνεται εδώ;» αναρωτήθηκε η τίγρης.
«Ο διαγωνισμός ήταν για το ποιος θα πήγαινε πιο μακριά! Πήγα πολύ πιο μακριά από τον λαγό μέσα σε 5 δευτερόλεπτα!» φώναξε η χελώνα.
«Μα δεν έτρεξες!» της είπε η τίγρης νευριασμένη.
«Δεν είχαμε πει προς τα πού θα ήταν το πιο μακριά!» του φώναξε εκείνη.
«Μα, με έκλεψες!»
«Δεν σε έκλεψα! Εσύ πήγες να με κλέψεις, βάζοντας τον λαγό στη θέση σου!»
«Μα…» πήγε να μιλήσει η τίγρης, μην γνωρίζοντας τι να πει.
Η καμηλοπάρδαλη δεν άντεξε άλλο να στέκεται στα δυο της πόδια και άρχισε πάλι να πατά κανονικά στο έδαφος, αφήνοντας κάτω τη χελώνα. Τελικά, η χελώνα είχε κλέψει; Τα ζώα έπρεπε να κάνουν συμβούλιο για να αποφασίσουν.
Η τίγρης συνεργάστηκε με τον λαγό. Εξαγόρασε τον λαγό με φαγητό, για να κερδίσει τη χελώνα.
Η χελώνα δέχθηκε βοήθεια από την καμηλοπάρδαλη. Υπήρχαν όροι που να το απαγόρευαν; Όχι.
Άρα, το συμβούλιο των ζώων αποφάσισε ότι πράγματι η χελώνα ήταν η νικήτρια του διαγωνισμού.
Η τίγρης αποδέχθηκε το αποτέλεσμα και πήγε να φύγει, όταν η χελώνα τη σταμάτησε.
«Πού πας, τίγρη; Φέρε την οικογένειά σου και έλα να μείνουμε μαζί. Προφανώς και δεν σε κέρδισα δίκαια, αλλά εγώ δεν ήθελα να σου κάνω κακό. Η σπηλιά μάς χωρά όλους! Τι έχουμε να χωρίσουμε;»
«Θα το έκανες αυτό για εμένα;» τη ρώτησε η τίγρης.
«Ναι, με μία προϋπόθεση!» της απάντησε η χελώνα.
«Ποια;» αναρωτήθηκε η τίγρης.
«Να γεμίσει η σπηλιά με όσους χωράνε. Και με άλλα ζώα. Κι αν όταν γεμίσει, υπάρχουν ακόμα άστεγα ζώα, να μπαινοβγαίνουμε στη σπηλιά εναλλάξ, γιατί όλοι είμαστε ίσοι».
«Ξέρεις κάτι, χελώνα;» τη ρώτησε η τίγρης. «Ντρέπομαι, γι’ αυτό που πήγα να σου κάνω. Ήταν λάθος. Κι εσύ, τώρα, με δέχεσαι στο σπίτι σου;»
«Δεν είναι σπίτι μου! Είναι σπίτι μας!» τη διόρθωσε η χελώνα. «Πήγαινε να φέρεις τα μικρά σου και ελάτε!»
«Σ’ ευχαριστώ, χελώνα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ» της υποσχέθηκε η τίγρης.
Οι πρώτες σταγόνες της βροχής βρήκαν μέσα στη σπηλιά, όχι μόνο τις δύο οικογένειες, αλλά και άλλα ζώα του δάσους που δεν ήθελαν να βραχούν. Η καταιγίδα δεν άργησε να έρθει, αλλά πλέον ήταν όλοι τους προστατευμένοι. Για χειμώνες ολόκληρους, αυτή η σπηλιά ήταν πάντα φιλόξενη.
Δεν χωρούσε μόνο όλα τα ζώα που δεν είχαν σπίτι, αλλά και το κεφάλι της καμηλοπάρδαλης που έριχνε καμιά ματιά πού και πού μέσα στη σπηλιά, για να μιλά με τους φίλους της.