© Σωτήριος Γ. Μάιπας
Δεν θα σου πω για ποιο χωριό μιλάει το παραμύθι. Δεν θα σου πω τα ονόματα των οχτώ ηρώων του παραμυθιού. Ούτε σε ποιες ποδοσφαιρικές ομάδες παίζουν σήμερα. Το μόνο που θα σου πω είναι το μυστικό τους. Δεν τους προδίδω. Οι ίδιοι μου ζήτησαν να πω την ιστορία τους, αλλά χωρίς να αναφέρω τα ονόματά τους.
Γεννήθηκαν σε ένα μικρό χωριό στην επαρχία μιας χώρας από τις πολλές που υπάρχουν στον κόσμο. Οι γονείς και των οχτώ παιδιών ήταν πολύ φτωχοί. Το ίδιο και οι παππούδες τους. Το ίδιο και όλοι όσοι έμεναν τότε σ’ εκείνο το χωριό. Περίπου 30 άτομα ήταν όλοι κι όλοι όσοι έμεναν σ’ εκείνο το άγονο και ταλαιπωρημένο χωριό.
Τα οχτώ παιδιά ήταν καλοί φίλοι και τους άρεσε να παίζουν μαζί ποδόσφαιρο. Στο χωριό που έμεναν όμως δεν υπήρχαν καταστήματα να πουλούν μπάλες. Ούτε και όσοι έμεναν εκεί είχαν τα χρήματα για να αγοράσουν μια μπάλα για τα παιδιά. Η μόνη επιλογή που είχαν για να παίζουν ποδόσφαιρο ήταν να κλωτσούν κάτι χωματόπετρες που γρήγορα διαλύονταν και το παιχνίδι πολλές φορές σταματούσε πριν καλά-καλά αρχίσει.
Ένα απόγευμα, ο μικρότερος της παρέας έβγαλε τη μπλούζα του, την έκανε να μοιάζει με μία στρογγυλή μπάλα και τους είπε:
«Να, έχουμε μπάλα!»
«Μα, τι θα κάνεις χωρίς μπλούζα; Θα κρυώσεις! Δεν γίνεται να παίζουμε με τα ρούχα μας, αφού δεν έχουμε χρήματα για καινούργια ρούχα» του είπε ο μεγαλύτερος της παρέας.
Είχε δίκιο ο μεγαλύτερος της παρέας. Εάν η μπλούζα σκιζόταν, τι θα γινόταν; Με τι χρήματα θα αγόραζαν οι γονείς του μικρού στο παιδί τους καινούργια μπλούζα; Και δεν ήταν μόνο αυτό. Αυτή την μπλούζα πριν από τον μικρό μας φίλο, τη φορούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του και μετά από εκείνον, θα έπρεπε να την φορά ο μικρότερος αδερφός τους μόλις μεγάλωνε λίγο ακόμα. Άρα, η μπλούζα έπρεπε να παραμείνει σε καλή κατάσταση.
Σε σχεδόν καλή κατάσταση για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί ήδη είχε κάποιες τρύπες. Ο μικρός φίλος μας συμφώνησε. Η συζήτηση που έκαναν τότε εκείνα τα παιδιά, κατέληξε κάπου όμως. Σε κάτι πολύ έξυπνο. Ένα από τα παιδιά το πρότεινε. Στάθηκε μπροστά σε όλους, έβαλε δύο από τα δάχτυλά του σε δύο από τις τρύπες που είχε και η δική του μπλούζα και σέρνοντας το χέρι του με δύναμη προς τα κάτω, έσκισε ένα μικρό κομμάτι από την μπλούζα του και τους μίλησε με αποφασιστικό ύφος.
«Εγώ δίνω αυτό το κομμάτι από τη δική μου μπλούζα! Δεν θα μου λείψει και δεν θα κρυώνω επειδή λείπει ένα μικρό κομμάτι. Ούτε και η μπλούζα χάλασε! Σιγά! Αν όλοι δώσετε από ένα κομμάτι, τότε θα μπορέσουμε να φτιάξουμε μια μπάλα!»
Και ναι! Αυτή ήταν πράγματι μία έξυπνη λύση. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, γιατί όλοι είχαν τρύπες στις μπλούζες τους, όλοι έδωσαν ένα κομμάτι από την μπλούζα τους. Τα ένωσαν και έφτιαξαν μια μπάλα που ήταν λίγο μεγαλύτερη από ένα τόπι. Όμως, τους ήταν αρκετή για να παίζουν.
Το απόγευμα, τα παιδιά γύρισαν στο σπίτι και οι γονείς τους τα ρώτησαν τι είχε συμβεί στις μπλούζες τους. Αντί να τα μαλώσουν, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, όλοι οι γονείς έκαναν το ίδιο ακριβώς πράγμα που είχαν κάνει τα παιδιά τους. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε ένα παιδί έφερε την επόμενη ημέρα από το σπίτι του δύο ακόμα κομμάτια πανί, από τις μπλούζες των γονιών τους. Η μπάλα έγινε ακόμα μεγαλύτερη!
Το ίδιο έκαναν και οι παππούδες το επόμενο απόγευμα και όλοι όσοι έμεναν σε εκείνο το χωριό. Γρήγορα, η μπάλα έγινε μεγάλη. Κανονική, σαν αυτές που κλωτσούν στα μεγάλα πρωταθλήματα όλου του κόσμου. Δεν ήταν βέβαια τόσο καλή βέβαια, αλλά τη δουλειά της έκανε! Και πλέον οι οχτώ μας φίλοι μπορούσαν να παίζουν ποδόσφαιρο και γίνονταν κάθε μέρα όλο και καλύτεροι. Κάθε μέρα έκαναν προπόνηση. Έγιναν πάρα πολύ καλοί ποδοσφαιριστές.
Τα καλά νέα ταξιδεύουν γρήγορα και πάνε πολύ μακριά. Έτσι, η είδηση ότι σε κάποιο χωριό υπήρχαν οχτώ μεγάλα ποδοσφαιρικά ταλέντα έφθασε στ’ αυτιά αρκετών κυνηγών ταλέντων. Από αυτούς που γυρίζουν τον κόσμο ψάχνοντας να βρουν τον επόμενο Κριστιάνο Ρονάλντο ή τον επόμενο Λιονέλ Μέσι. Και ένα πρωινό, αρκετοί κυνηγοί ταλέντων πήγαν στο χωριό για να δουν τα παιδιά που έπαιζαν με την μπάλα από τα πανιά.
Αυτά που είδαν τα μάτια τους δεν τα είχαν ξαναδεί σε κανένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Θεαματικές πάσες, θεαματικά τρεξίματα, ντρίμπλες και γκολ. Οι κυνηγοί ταλέντων ήταν αρκετοί και μάλωναν μεταξύ τους για το ποιος θα έκανε την καλύτερη προσφορά στους γονείς των παιδιών για να τα πάρει στη δική του ομάδα.
Να μην σας τα πολυλογώ, οι οχτώ φίλοι ξεκίνησαν να παίζουν σε τρεις μεγάλες ομάδες του εξωτερικού. Όταν κλώτσησαν για πρώτη φορά κανονική μπάλα, διαπίστωσαν ότι το να κλωτσάς μια μπάλα φτιαγμένη από πανιά ήταν πολύ πιο δύσκολο. Η γυαλιστερή μπάλα από το εργοστάσιο ήταν για εκείνους κάτι πολύ εύκολο να το ελέγχουν, να το πετούν από το ένα πόδι στο άλλο και να σκοράρουν!
Παίζοντας ποδόσφαιρο ως επαγγελματίες, κατάφεραν να κερδίσουν πολλά χρήματα. Ποτέ τους δεν ξέχασαν τον τόπο τους και την πρώτη τους μπάλα. Έδωσαν χρήματα από την τσέπη τους για να φτιαχτεί σχολείο, βιβλιοθήκη και γήπεδο στο χωριό τους. Κάποτε, εκείνο το χωριό είχε 30 κατοίκους. Σήμερα, δεν είναι πια ένα ξεχασμένο ορεινό χωριό. Πάνω από 1000 άτομα μένουν και εργάζονται εκεί. Και όταν μπαίνεις μέσα στο σχολείο, απέναντι από την κεντρική είσοδο, βλέπεις μια μεγάλη ορθογώνια γυάλινη κατασκευή. Και τι έχει μέσα αυτή η γυάλινη κατασκευή; Μα, τι άλλο; Την μπάλα που είχε φτιαχτεί με τα κομμάτια από τις μπλούζες όλων των κατοίκων του χωριού.
Ξέρω ότι θες πολύ να μάθεις ποιοι είναι αυτοί οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές. Εσύ μπορεί να το θέλεις πολύ, αλλά αυτοί δεν το θέλουν. Γι’ αυτό θα το κρατήσω ως επτασφράγιστο μυστικό. Τους το έχω υποσχεθεί άλλωστε. Θα σου πω, όμως, τι μου είπαν για εσένα. Να κυνηγάς τα όνειρά σου όποια κι αν είναι αυτά. Δυσκολίες θα υπάρχουν πάντοτε. Όμως, κάθε πρόβλημα έχει και πολλές λύσεις. Κάποιες μπορεί να απαιτούν πολλά χρήματα. Κάποιες άλλες όχι. Σίγουρα υπάρχει κάποια λύση που δεν απαιτεί πολλά χρήματα, αλλά προσπάθεια. Το κλειδί για την επιτυχία δεν είναι τα χρήματα! Είναι τα όνειρά σου, η υπομονή και η επιμονή σου! Και ποτέ σου μην ξεχάσεις όσους σε βοήθησαν να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα!