© Σωτήριος Γ. Μάιπας
Εκεί που έπαιζε ξένοιαστος με τα κοράλλια, ο Πολ, που τότε ήταν ένα πολύ μικρό ψαράκι, άκουσε τους γονείς του να τον φωνάζουν:
«Πολ! Πολ! Έλα γρήγορα στο σπίτι. Πρέπει να φύγουμε!»
Του είχαν μιλήσει για εκείνη την ημέρα. Του είχαν πει ότι δεν θα αργούσε να έρθει. Οι άνθρωποι πετούσαν βρώμικα απόβλητα μέσα στο νερό και τα ψάρια δεν μπορούσαν πια να ζουν εκεί. Αρρώσταιναν και γι’ αυτό έπρεπε να φύγουν.
Εκείνο το απόγευμα που ο Πολ έπαιζε με τα κοράλλια, όπως έκανε κάθε απόγευμα, έτυχε να συμβαίνουν μαζί δύο πράγματα.
Πρώτον, βρισκόταν στην περιοχή ένα μικρό πλοίο που ετοιμαζόταν να φύγει.
Δεύτερον, κάποιοι πέταξαν πάλι απόβλητα μέσα στο νερό. Πολύ περισσότερα σε σχέση με τις προηγούμενες φορές. Ένα σκούρο μαύρο υγρό έπεφτε μέσα στο νερό και κάλυπτε τα πάντα στοv διάβα του. Κατέστρεφε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Ήταν θέμα λίγων λεπτών να περάσει από το σπίτι του Πολ.
Ο Πολ, μόλις είδε το μαύρο πηχτό υγρό να πλησιάζει, επιτάχυνε και έφτασε στο σπίτι του απίστευτα γρήγορα. Βρήκε τους γονείς αναστατωμένους, να κινούνται δεξιά αριστερά μέσα στο νερό, σαν να τους χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα.«Παιδί μου, πρέπει να φύγουμε! Τώρα!» του είπε η μητέρα του.
Τα απόβλητα έφθασαν στο σπίτι τους και τους πρόλαβαν. Πήγαν να φύγουν, αλλά ο Πολ δεν μπόρεσε να τους ακολουθήσει. Η μικρή ουρίτσα του κόλλησε στο μαύρο πηχτό υγρό. Ευτυχώς, οι γονείς του το κατάλαβαν γρήγορα και επέστρεψαν για να τον βοηθήσουν. Έβαλαν όλη τους τη δύναμη και μπόρεσαν να τον ξεκολλήσουν και να τρέξουν προς το πλοίο που ήδη σήκωνε την άγκυρά του. Και δεν ήταν μόνο αυτοί. Έβλεπες ψάρια να έρχονται από όλες τις κατευθύνσεις. Όλα τα ψάρια έτρεχαν για να προλάβουν το πλοίο.
Εκείνο το πλοίο είχε στο βυθισμένο τμήμα κάτι τρύπες που τις άνοιγε και έβαζε λίγο νερό μέσα τους και μετά τις έκλεινε και τις άνοιγε πάλι όταν ήθελε να ξεφορτωθεί το νερό. Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί με το επιπλέον βάρος που έδινε το νερό στο πλοίο, το πλοίο μπορούσε να ισορροπεί καλύτερα στο νερό όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Όταν το νερό δεν χρειαζόταν, το άφηνε να βγει πάλι έξω.
Όσο οι τρύπες ήταν ανοιχτές, μπορούσαν να μπαίνουν μέσα τους τα ψάρια. Κι όταν έφευγαν τα πλοία και πήγαιναν αλλού, πήγαιναν και τα ψάρια μαζί. Κι έτσι, αυτός ήταν ένας τρόπος τα ψάρια να πηγαίνουν από μία περιοχή σε μία άλλη. Κανένα δεν ήθελε να αφήσει τον τόπο του, αλλά κανένα δεν είχε κάποια άλλη επιλογή. Ο προορισμός ήταν άγνωστος για τα ψάρια, αλλά το μόνο που είχε σημασία για εκείνα ήταν η νέα περιοχή να μην ήταν βρόμικη.
Αυτό το αναγκαστικό ταξίδι προς άγνωστη κατεύθυνση ήθελαν να κάνουν και οι γονείς του Πολ με το μικρό τους. Και κατάφεραν να μπουν στο πλοίο λίγο πριν κλείσουν οι τρύπες. Μέσα σ’ αυτήν τη δεξαμενή, ήταν όλα εντελώς σκοτεινά. Και τα ψάρια ήταν το ένα πάνω στο άλλο. Όμως ήταν ζωντανά και όλα μαζί. Είχαν γλιτώσει από το μαύρο πηχτό υγρό, αλλά δεν ήξεραν τι θα συναντούσαν όταν θα άνοιγαν πάλι οι τρύπες της δεξαμενής για να βγει το επιπλέον νερό έξω.
Για ώρες ατέλειωτες, μπορεί και για ημέρες, έμειναν εκεί μέσα. Μέχρι που επιτέλους, οι τρύπες άνοιξαν και τα ψάρια έπεσαν μέσα στο νερό, ζαλισμένα και αδύναμα από την πείνα. Για καλή τους τύχη, υπήρχαν ύφαλοι εκεί γύρω και μπόρεσαν να βρουν φαγητό.
Ο Πολ και η οικογένειά του έφτιαξαν το νέο τους σπιτικό στο καινούργιο μέρος που είχαν βρεθεί. Όμως, όλα τα ψάρια ήξεραν καλά ότι δεν θα ήταν για πολύ. Έβλεπαν τους ανθρώπους να πετούν διάφορα σκουπίδια στο νερό και γρήγορα κατάλαβαν ότι θα ερχόταν πάλι εκείνη η στιγμή που θα έπρεπε να φύγουν και από εκεί.
Και, ήρθε πάλι εκείνη η στιγμή. Βέβαια, τα πράγματα τόσο ήταν πάρα πολύ άσχημα και γι’ αυτό τα γηραιότερα ψάρια έμειναν πίσω και έφυγαν μόνο τα νεότερα. Ο Πολ δηλαδή έφυγε, αλλά οι γονείς του έμειναν πίσω. Και έφυγε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ως λαθρεπιβάτης σε κάποιο πλοίο. Και όταν έκανε το δεύτερο του ταξίδι, όταν οι τρύπες άνοιξαν και βγήκε έξω, εκείνος όπως και τα υπόλοιπα ψάρια, έκανε μια βόλτα και ξαναμπήκε σε αυτήν την τρύπα. Μόνο μετά από άλλα τέσσερα ταξίδια, κατάφεραν να βρουν ένα μέρος που μπορούσε να τους φιλοξενήσει. Ένα μέρος που η ρύπανση δεν θα το είχε καταστρέψει.
Και πάλι, ήξερε ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα έπρεπε να φύγει και από εκεί. Και έφυγε. Με τη δική του οικογένεια πια. Και δεν το έκανε αυτό μόνο μία φορά. Το έκανε αρκετές.
Και όταν ήρθε η ώρα που, ως γηραιότερος, έπρεπε να μείνει εκείνος πίσω για να φύγουν οι νεότεροι για να αναζητήσουν καθαρά νερά, το έκανε δίχως δισταγμό. Μαζί με τη γυναίκα του έμειναν σε ένα μέρος που καθαρό δεν μπορούσες να το πεις, αλλά δεν ήταν και εντελώς βρόμικο ακόμα.
Κάποια μέρα, εμφανίστηκαν δύτες στην περιοχή. Έπιαναν τα ψάρια, αλλά ήταν ολοφάνερο ότι το έκαναν για καλό σκοπό. Είχαν καταλάβει ότι τα ψάρια δεν μπορούσαν πια να ζουν σε αυτό το νερό που όσο περνούσαν οι μέρες γινόταν όλο και πιο βρόμικο. Έτσι έπιασαν και τον Πολ. Τα πήγαν όλα σε ένα τεράστιο ενυδρείο, όπου ο κόσμος μπορούσε να τα βλέπει να κολυμπούν σε ένα νερό που καθάριζε με τεχνητό τρόπο.
Εκεί πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Μπερδεμένος και απογοητευμένος τον περισσότερο καιρό. Είχε έρθει από άλλα νερά, εκεί που μιλούσαν μόνο αγγλικά. Δεν άργησε να καταλάβει ότι το όνομά του δεν ήταν Πολ. Το «Πολ» ήταν από την αγγλικά λέξη «Πολούσιον» που στα ελληνικά σημαίνει ρύπανση. Αυτό φώναζαν οι γονείς του εκείνη την ημέρα, αλλά δεν μπορούσε να το ακούσει καθαρά λόγω της φασαρίας που έκαναν οι άνθρωποι τότε σε εκείνο το μέρος.
Όμως, λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, κατάλαβε κάτι πολύ σημαντικό. Τα παιδιά που επισκέπτονταν το ενυδρείο δεν συμπαθούσαν καθόλου αυτό που είναι το «πολούσιον» και ζητούσαν από τους δασκάλους τους να το σταματήσουν. Ίσως να τα καταφέρουν τα παιδιά τελικά. Είναι στο χέρι όλων μας να εξασφαλίσουμε ένα καθαρό περιβάλλον για τους απογόνους του Πολ και για κάθε μορφή ζωής σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Τι λέτε; Θα τα καταφέρουμε;