Το μυστικό του δέντρου

0
243

© Σωτήριος Γ. Μάιπας

Πόσο πολύ μπορεί να ζήσει ένα δέντρο; Εκατοντάδες χρόνια μάλλον. Κανείς δεν γνωρίζει πόσων χρονών είναι το δέντρο στη μικρή πλατεία του χωριού. Στέκεται εκεί για χρόνια ολόκληρα, ακριβώς στη μέση της πλατείας, να αντιστέκεται στους δυνατούς ανέμους που προσπαθούν με μανία να του σπάσουν τα κλαδιά. Κι αν του σπάσουν μερικά, ξαναβγαίνουν καινούργια και γίνονται πολύ πιο γερά.

Η Σοφία είχε ακούσει από τον παππού της ότι το μεγάλο δέντρο στην πλατεία έκρυβε ένα μυστικό. Δεν της αποκάλυψε ποτέ το μυστικό όμως. Της έλεγε μόνο ότι και σε εκείνον ο δικός του παππούς τού είχε πει για το μυστικό του δέντρου. Η Σοφία τον ρωτούσε συνεχώς, αλλά δεν της έλεγε. Το μόνο που της έλεγε ξανά και ξανά ήταν ότι θα έπρεπε να το ανακαλύψει μόνη της.

Η μικρή Σοφία περνούσε ώρες ατέλειωτες κάτω από το δέντρο. Προσπαθούσε, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού, να ανακαλύψουν το κρυμμένο μυστικό του. Όσο κι αν κοιτούσαν μέσα σε κάτι μεγάλες τρύπες που είχε πάνω του ο κορμός, δεν έβρισκαν τίποτα. Απολύτως τίποτα. Σκαρφάλωναν επάνω του, το έψαχναν πόντο-πόντο, αλλά μάταια.

Ένα απόγευμα, ένα από τα παιδιά, ο Πέτρος, προσπαθώντας να ανακαλύψει το καλά κρυμμένο μυστικό, ανέβηκε τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να κατέβει μόνος του. Μεγάλη απερισκεψία. Όμως, για καλή του τύχη, το δέντρο τού προσέφερε τόσα πολλά κλαδιά για να κρατιέται που, τελικά, περίμενε τους μεγαλύτερους για να τον κατεβάσουν χωρίς να φοβάται. Δεν φοβήθηκε ούτε για ένα λεπτό! Όταν τον κατέβασαν, έλεγε σε όλους ότι υπήρχε κάτι που τον είχε εντυπωσιάσει πολύ! Είχε δεις πέντε φωλιές πουλιών εκεί πάνω! Είχαν και αυγά μέσα τους. Τελικά, το δέντρο αυτό ήταν γεμάτο ζωή! Αναρωτήθηκαν όλα τα παιδιά εάν αυτό ήταν το μυστικό του δέντρου. Ρώτησαν τους παππούδες τους και όλοι τους πήραν την ίδια απάντηση. Όχι, δεν ήταν αυτό το μυστικό.

Κάτω από τη σκιά του δέντρου, δεν έπαιζαν μόνο τα μικρά παιδιά. Έπαιζαν και πολλά από τα ζωάκια του χωριού. Πού και πού, κάποιο γατάκι έπεφτε μέσα σε κάποια από τις μεγάλες μαύρες τρύπες και άρχιζε να νιαουρίζει μέχρι κάποιος να το βγάλει. Και η Σοφία είχε βγάλει ένα μικρό γατάκι από μία τέτοια τρύπα. Το γατάκι στην αρχή ήταν λίγο επιθετικό και δεν ήθελε να το πιάνουν, γιατί φοβόταν. Όμως, όταν άκουσε τη φωνή της Σοφίας, σαν κάτι να το έκανε να αλλάξει γνώμη. Αφέθηκε στα χέρια της και αισθάνθηκε μεγάλη ασφάλεια στην αγκαλιά της. Σαν να τη γνώριζε!

Η Σοφία κράτησε το γατάκι και οι δυο τους έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Εκείνο το δέντρο της είχε χαρίσει το γατάκι. Όπως και τις στιγμές που περνούσε με τους φίλους τους που άρχισε να τις ξεχνά καθώς τα χρόνια περνούσαν, καθώς οι πολλές υποχρεώσεις των ενηλίκων δεν σε αφήνουν να σκέφτεσαι πάντα αυτό που θες. Σταμάτησε να παίζει με τους φίλους της και πήγαινε σε εκείνη τη μικρή πλατεία πολύ σπάνια. Έφυγε και από το χωριό για να σπουδάσει και για να ζήσει στην πόλη. Όταν τα χρόνια πέρασαν, η Σοφία σταμάτησε να σκέφτεται το μυστικό του δέντρου.

Κάποια στιγμή, έκανε τη δική της οικογένεια και πολύ σπάνια επισκεπτόταν το χωριό της. Πήγαινε όμως. Ειδικά όταν απέκτησε παιδιά είχε έναν παραπάνω λόγο για να επισκέπτεται το χωριό της. Ποιος ήταν αυτός; Μα, τα ίδια τα παιδιά της, γιατί έτυχε να αγαπήσουν κι αυτά εκείνο το μεγάλο δέντρο στην πλατεία του χωριού. Όποτε τα κοιτούσε να παίζουν, τα έβλεπε κάτι να ψάχνουν κι εκείνα. Είχε καταλάβει ότι τα παιδιά της έψαχναν για το μυστικό που έκρυβε το δέντρο και ότι μάλλον οι γονείς της, οι παππούδες των παιδιών δηλαδή, θα τους το είχαν πει. Εκείνη, είχε πια αποδεχθεί ότι δεν υπήρχε κάποιο μυστικό και ότι το έλεγαν απλά οι μεγάλοι για να απασχολούν τα παιδιά.

Να ήταν ένα τέτοιο απλό κόλπο τελικά; Η Σοφία αυτό είχε πιστέψει. Της άρεσε πολύ να βλέπει τα παιδιά της να παίζουν στην πλατεία με το δέντρο πάντως. Να γνωρίζουν άλλα παιδιά, να κάνουν νέους φίλους και να είναι τόσο μα τόσο πολύ χαρούμενα. Όλες αυτές οι χαρούμενες φωνές των παιδιών τής θύμιζαν τη δική της παιδική ηλικία. Και όπως εκείνη κοιτούσε τα παιδιά της να παίζουν στο δέντρο, στην ίδια ακριβώς θέση που στεκόταν, πριν από πολλά χρόνια στεκόταν η δική της μητέρα. Σαν να την ένιωθε δίπλα της. Κοιτούσε γύρω της όποτε αισθανόταν την παρουσία της, αλλά δεν την έβλεπε κάπου. Λίγα μέτρα πιο ‘κεί, στεκόταν κάποτε ο πατέρας της. Κι εκείνον τον ένιωθε εκεί γύρω, αλλά δεν τον έβλεπε. Έκλεινε τα μάτια της και τους άκουγε να τη φωνάζουν, για να επιστρέψουν στο σπίτι γιατί νύχτωνε. Όντως νύχτωνε όποτε θυμόταν τους γονείς της να τη φωνάζουν. Και μόλις άνοιγε πάλι τα μάτια της, έλεγε ακριβώς το ίδιο πράγμα στα δικά της παιδιά.

Όταν έφθασε στην ηλικία που ήταν ο παππούς της όταν της είχε μιλήσει για το μυστικό του δέντρου για πρώτη φορά, τα βήματά της την έφεραν πάλι σε εκείνη την πλατεία. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στην τρύπα που είχε μπει το γατάκι. Κάτι την τράβηξε προς τον κορμό του δέντρου. Κάτι άκουγε μέσα από εκείνη την ίδια τρύπα. Πλησίασε τον κορμό και κοίταξε μέσα της. Τα άκουγε όλα καθαρά!

Κάτι της θύμισε αυτή η παιδική φωνή. Το ίδιο και οι άλλες παιδικές φωνές. Εκείνη και οι φίλες της ήταν! Όταν έπαιζαν εκεί γύρω. Όταν έψαχναν για το μυστικό του δέντρου και περνούσαν ξέγνοιαστα και υπέροχα κάτω από τη σκιά που τους προσέφερε απλόχερα το μεγάλο δέντρο. Τότε κατάλαβε ποιο ήταν το μυστικό του δέντρου. Κρατούσε μέσα του τα συναισθήματα των ανθρώπων, τις χαρές τους και τις στιγμές που μοιράστηκαν μαζί του από την παιδική τους ηλικία. Τόσα, μα τόσα παιδιά είχαν αγγίξει τον κορμό του, έπαιζαν ευτυχισμένα γύρω του και το είχαν αγαπήσει. Μπορεί να το ξεχνούσαν καθώς περνούσαν τα χρόνια, αλλά αυτό ήταν πάντα εκεί. Για τα επόμενα παιδιά, αλλά και για όλους. Ακόμα και γι’ αυτούς που ξεχνούν πώς είναι να είσαι παιδί ή που κάνουν πως ξέχασαν.

Και όταν κάποιοι αποφάσισαν να κόψουν το μεγάλο δέντρο, βρήκαν απέναντί τους σχεδόν όλους τους κατοίκους του χωριού. Μπροστά από όλους ήταν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες κοιτιόντουσαν μεταξύ τους με νόημα, αλλά δεν μιλούσαν. Ήξεραν καλά ποιο ήταν το μυστικό του δέντρου, αλλά δεν ήθελαν να το αποκαλύψουν, γιατί έπρεπε ο καθένας να το καταλάβει από μόνος του. Αυτό ήταν το σωστό και αυτό συνέβαινε για χρόνια ολόκληρα.

Οι ξυλοκόποι και η αγριεμένη μπουλντόζα ήρθαν, αλλά έτσι όπως ήρθαν, έφυγαν πάλι. Δεν άντεξαν τις φωνές του κόσμου που δεν ήθελε να φύγει το δέντρο από την πλατεία. Κάποιοι, μέσα σ’ αυτές τις φωνές, λένε πως άκουσαν πολλές παιδικές φωνές να βγαίνουν από το δέντρο. Γνωστές και άγνωστες, από το μακρινό παρελθόν, γιατί το δέντρο αυτό ήταν πολλών εκατοντάδων ετών.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here