Οι σαύρες που έπαιζαν ποδόσφαιρο

0
260

© Σωτήριος Γ. Μάιπας

Κάθε Παρασκευή απόγευμα, οι σαύρες μαζεύονταν και έπαιζαν ποδόσφαιρο σε μία μικρή αλάνα, ακριβώς δίπλα σε μία λίμνη όπου ζούσαν κάτι μεγάλοι και επικίνδυνοι κροκόδειλοι. Τι κροκόδειλοι ήταν αυτοί; Ίσα με ένα αυτοκίνητο ο καθένας τους. Τρομαχτικοί πολύ, αλλά δεν ενοχλούσαν κανέναν, με την προϋπόθεση ότι δεν τους ενοχλούσε κανένας.

Κάθε Παρασκευή απόγευμα, αυτές οι μικρές σαύρες τούς ενοχλούσαν πολύ όμως. Φώναζαν, έτρεχαν, κλωτσούσαν δυνατά τη μπάλα και μερικές φορές η μπάλα πήγαινε προς τη λίμνη. Καμία σαύρα δεν τολμούσε να πάει να πάρει την μπάλα όταν αυτή πήγαινε μέσα στη λίμνη. Οι σαύρες πλησίαζαν στη λίμνη μόνο όταν η μπάλα κατέληγε τουλάχιστον δύο μέτρα έξω από το νερό.

Γι’ αυτό οι σαύρες είχαν πάντα μαζί τους εφεδρικές μπάλες. Όταν ξεκίνησαν να παίζουν ποδόσφαιρο σ’ εκείνη την αλάνα, είχαν 4 μπάλες. Εδώ και αρκετό καιρό, εβδομάδες ολόκληρες, έπαιζαν όμως μόνο με μία μπάλα, γιατί οι άλλες είχαν πέσει μέσα στο νερό. Όμως, τι θα γινόταν εάν η μπάλα έπεφτε μέσα στη λίμνη; Άργησε να έρθει εκείνη η στιγμή, αλλά ήρθε.Ήταν Παρασκευή απόγευμα και πάλι, όταν η Λιζ, η σαύρα με το απίστευτο ποδοσφαιρικό ταλέντο, έκανε το μεγάλο λάθος. Σηκώθηκε στον αέρα και με ένα ανάποδο ψαλιδάκι αστόχησε και αντί να βάλει ένα πολύ θεαματικό γκολ, έριξε την μπάλα στη λίμνη. Μέσα στη λίμνη.

Τι ζημιά ήταν αυτή που έγινε! Δεν υπήρχε άλλη μπάλα.

«Γιατί το έκανες αυτό;» ρώτησαν σχεδόν όλοι μαζί τη Λιζ.

«Μα, δεν το ήθελα!»

«Είχαμε πει να προσέχουμε! Τόσους μήνες παίζουμε με μία μόνο μπάλα και ποτέ δεν είχε πέσει η μπάλα εκεί μέσα. Τι θα κάνουμε τώρα;» τη ρώτησε η φίλη της η Μαίρη.

«Θα πάω να τη φέρω!» της είπε η Λιζ.

«Είσαι σοβαρή;» τη ρώτησε πάλι η Μαίρη.

«Ναι, κοίτα με!»Η Λιζ περπατώντας πολύ προσεχτικά, έφτασε λίγα μέτρα έξω από το νερό. Δεν υπήρχε κροκόδειλος πουθενά. Η, έκανε λάθος;

Λάθος έκανε, γιατί αυτό μου έμοιαζε με βράχο δεν ήταν βράχος. Εκτός αν οι βράχοι είχαν μάτια και μάλιστα τόσο μεγάλα! Ένας μεγάλος κροκόδειλος ήταν που την παραμόνευε.

Η Λιζ πλησίασε στο νερό. Μπήκε μέσα και λίγο πριν φθάσει την μπάλα, ο κροκόδειλος έτρεξε απότομα προς το μέρος της, με ανοιχτό το στόμα. Η Λιζ άρχισε να τρέχει πανικόβλητη. Ούτε μηχανοκίνητη βάρκα δεν τρέχει τόσο γρήγορα. Βγήκε από το νερό και συνέχισε να τρέχει, μέχρι που έπεσε στην αγκαλιά της Μαίρης, που την κοιτούσε όλη την ώρα μην αντέχοντας άλλο την τόσο μεγάλη αγωνία.

«Τι θα κάνουμε τώρα, Μαίρη;» τη ρώτησε η Λιζ ξεψυχισμένη.

Δεν πήρε ποτέ απάντηση. Όλες οι σαύρες έφυγαν απογοητευμένες και δεν επέστρεψαν στην αλάνα για πάρα πολλές μέρες, μέχρι που μια μέρα δύο σαύρες αποφάσισαν να πάνε πάλι εκεί. Η Λιζ και η Μαίρη ήταν.

Η Μαίρη δεν ήταν τόσο σίγουρη γι’ αυτό που πήγαιναν να κάνουν.

«Η ιδέα σου δεν είναι καλή! Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι με έπεισες να σε βοηθήσω!»

«Θα τα καταφέρουμε! Είμαι σίγουρη!» τη διαβεβαίωσε η Λιζ.

«Και πώς είσαι σίγουρη; Επειδή το είδε η Στέλλα στην τηλεόραση;»

«Ναι!»

«Μα, η τηλεόραση δεν λέει πάντα την αλήθεια!»

Η Λιζ είχε ακούσει, μια φίλη τους, τη Στέλλα να λέει ότι μία σαύρα που είχε πιει πολύ νερό, είχε φουσκώσει τόσο που έμοιαζε με κροκόδειλο! Μην ρωτήσετε πώς πίστεψε κάτι τέτοιο! Σημασία έχει ότι το πίστεψε όμως! Και γι’ αυτό τόσο η Λιζ όσο και η Μαίρη είχαν κουβαλήσει μαζί τους όσο νερό μπορούσαν.

Η Λιζ άρχισε να πίνει νερό και να πίνει και να πίνει, μέχρι που όλο το νερό που είχαν μαζί τους τελείωσε. Η κοιλιά της είχε διογκωθεί τόσο πολύ που ήταν να απορούσες πώς ακόμα δεν είχε εκραγεί.

«Δεν μοιάζω με κροκόδειλο τώρα;»

«Ούτε γι’ αστείο! Με μια υπερβολικά υπέρβαρη σαύρα μοιάζεις! Μην πας στο νερό! Θα βυθιστείς αμέσως!»

«Δεν θα βυθιστώ! Και σταμάτα να μου λες ψέματα! Είμαι σίγουρη ότι με τόσο πολύ που έχω φουσκώσει, οι κροκόδειλοι θα πιστέψουν ότι είμαι μία από αυτούς. Λοιπόν, πάω να φέρω τη μπάλα!»

Η Λιζ μπήκε στο ποτάμι! Με το ζόρι έμενε στην επιφάνεια. Είχε βαρύνει με το τόσο νερό. Και ναι! Πλησίασε την μπάλα! Όμως, καθώς άπλωνε τα μπροστινά της πόδια για να τη φθάσει, βυθιζόταν… Αυτό συνέβαινε, γιατί σταματούσε να χρησιμοποιεί τα μπροστινά της πόδια. Γιατί, ακριβώς σε εκείνο το σημείο που ήταν η μπάλα, ήταν και το σημείο που σταματούσε να πατώνει.

Η Μαίρη δεν άντεχε άλλο. Της έκανε συνεχώς νοήματα με τα χέρια, για να την πείσει να βγει έξω από το νερό. Δεν της φώναζε, γιατί θα την άκουγαν οι κροκόδειλοι.

Η Λιζ όμως δεν είχε σκοπό να το βάλει κάτω. Πλησίασε την μπάλα από μια άλλη μεριά και… Βρήκε έναν βράχο να σταθεί πάνω του! Ο βράχος ήταν μυτερός και είχε μια περίεργη σχισμή, που μέσα σε αυτήν μπερδευόταν το πόδι της και δυσκολευόταν να το βγάλει έξω. Δεν υπήρχε περίπτωση αυτό να τη σταματούσε όμως. Προφανώς και τα κατάφερε και επέστρεψε θριαμβεύτρια με την μπάλα. Μια μικρή γρατζουνιά είχε στο πόδι της μόνο.Εκείνο το βράδυ, όλες οι σαύρες έκαναν γιορτή! Επιτέλους, το επόμενο απόγευμα, που ήταν Παρασκευή κιόλας, θα έπαιζαν πάλι ποδόσφαιρο.

Πριν ξεκινήσουν να παίζουν όμως, έβαλαν τη Λιζ να τους υποσχεθεί ότι θα ήταν πολύ προσεχτική με το πώς κλωτσούσε την μπάλα. Κι εκεί που ξεκίνησαν να παίζουν γεμάτες ενθουσιασμό, όλες τους άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητες, αλλά προς τα πού να πήγαιναν; Τρεις μεγάλοι κροκόδειλοι τις είχαν περικυκλώσει. Έτσι, αναγκαστικά, έγιναν όλες μία αγκαλιά και έτρεμαν μπροστά στους τρομαχτικούς κροκόδειλος.

Ο πιο μικρόσωμος κροκόδειλος, που όμως είχε τουλάχιστον 1000 φορές το μέγεθος μιας σαύρας, τις πλησίασε. Άνοιξε το στόμα του και από μέσα έπεσαν οι τρεις μπάλες που είχαν βρεθεί στο ποτάμι πιο παλιά.

«Εγώ είμαι ο Πέτρος» τους είπε. «Μπορούμε να παίξουμε κι εμείς μαζί σας;»

Μήπως οι σαύρες είχαν άλλη επιλογή; Όχι μόνο έπαιξαν με τους κροκόδειλους, αλλά γρήγορα κατάλαβαν ότι οι κροκόδειλοι δεν ήταν τόσο κακοί τελικά. Ή, μάλλον, δεν ήταν καθόλου κακοί! Και ήταν και πολύ καλοί ποδοσφαιριστές.

Και εκείνο το απόγευμα, καθώς η Λιζ προσπαθούσε να ντριμπλάρει τον Πέτρο, γλίστρησε και στερεώθηκε πάνω του. Το δεξί της μπροστινό ποδαράκι έμπλεξε σε μία σχισμή στην πλάτη του Πέτρου. Τότε η Λιζ κατάλαβε τι είχε συμβεί. Όχι μόνο δεν έμοιαζε με κροκόδειλο παρά το τόσο νερό που είχε πιει, αλλά και ο Πέτρος ήταν αυτός που την είχε βοηθήσει τότε. Δεν ήταν βράχος αυτός μέσα στο νερό. Η πλάτη του Πέτρου ήταν. Τον πλησίασε στον πρόσωπο, τον φίλησε στο μάγουλο και του είπε ένα σιγανό «Ευχαριστώ». Ο Πέτρος αντέδρασε κλείνοντάς της το μάτι.

Από τότε, κάθε Παρασκευή απόγευμα, σαύρες και κροκόδειλοι παίζουν μαζί ποδόσφαιρο σε εκείνη την αλάνα. Περνάνε υπέροχα και το ευχαριστιούνται τόσο πολύ που δεν φεύγουν από την αλάνα, εάν δεν σκοτεινιάσει τελείως!

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here