© Σωτήριος Γ. Μάιπας
Τα χρόνια περνούσαν και η ξηρασία είχε μετατρέψει το καταπράσινο λιβάδι σε μια καφέ έρημο. Κάποτε, η μικρή Ειρήνη ακολουθούσε τις πολύχρωμες πεταλούδες και έπαιζε για ώρες ολόκληρες με τις φίλες της σ’ εκείνο το λιβάδι. Οι φίλες της είχαν όλες φύγει, ακολουθώντας τις οικογένειές τους και πηγαίνοντας όπου υπήρχαν ακόμα καλλιεργήσιμες εκτάσεις και νερό. Πολύ σπάνια έβρεχε εκεί και όταν έβρεχε, το έδαφος δεν συγκρατούσε τα νερά. Χάνονταν σαν ποτάμια που εμφανίζονταν ξαφνικά, αλλά εξαφανίζονταν ακόμα πιο ξαφνικά μόλις έβγαινε ο ήλιος.
Οι γονείς της μικρής Ειρήνης είχαν πάρει και αυτοί την ίδια απόφαση με τους γονείς των φίλων της. Σύντομα, θα εγκατέλειπαν τον τόπο τους και θα αναζητούσαν αλλού την τύχη τους. Η Ειρήνη δεν ήθελε να φύγουν. Της έλειπαν οι φίλες της, αλλά εκείνο το λιβάδι ήταν το σπίτι της. Πώς θα το παρατούσε έτσι; Όμως, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Γνώριζε ότι οι γονείς της είχαν δίκιο. Ήθελε να πάει σχολείο, να αγοράσει σχολικά, ρούχα και άλλα πολλά πράγματα, αλλά αυτά δεν αγοράζονταν χωρίς χρήματα. Οι γονείς της ήταν αγρότες και έπρεπε να βρουν γόνιμη γη για να την καλλιεργήσουν, να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να βγάλουν τα χρήματα που χρειάζονταν.
Ένα πρωί, πριν καλά-καλά βγει ο ήλιος, οι τρεις τους ετοιμάζονταν να φύγουν. Είχε έναν πολύ δυνατό αέρα που σήκωνε τη σκόνη από το ξερό έδαφος και τους την έριχνε στο πρόσωπο, σαv να τους τιμωρούσε που έφευγαν από εκεί. Δεν τους τιμωρούσε όμως. Σίγουρα και η ίδια η γη, το ίδιο το έδαφος που πατούσαν για εκατοντάδες χρόνια εκείνοι και οι προγονοί τους, γνώριζε το λόγο που έφευγαν. Δεν υπήρχε πια άλλη επιλογή.
Ο αέρας όμως είχε μια προτίμηση. Σχεδόν όλος έπεφτε πάνω στην Ειρήνη. Και εκεί που η μικρή Ειρήνη έκλεινε τα μάτια της με τα χέρια της για να προστατευτεί από τη σκόνη, κάτι κόλλησε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν. Έμοιαζε με πέτρα, αλλά δεν ήταν πέτρα. Με πολλή δυσκολία, κατάφεραν να απομακρυνθούν από εκεί που φυσούσε ο δυνατός αέρας. Τότε, η Ειρήνη είδε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Ένας σπόρος ήταν!
«Μαμά, κοίτα τι βρήκα!» είπε στη μαμά της. «Ένας σπόρος!» της είπε.
«Μπαμπά, κοίτα! Ένας σπόρος! Ξέρεις από τι είναι;»
«Για να δω» της απάντησε ο πατέρας της. «Α, αυτός είναι ένας σπόρος από τα δέντρα που φύτρωναν παλιά εδώ. Έχει ξεραθεί όμως».
«Μπορούμε να τον φυτέψουμε εκεί που θα πάμε, μπαμπά;»
«Κράτα τον εσύ και θα δούμε» της είπε, αλλά ήταν σχεδόν βέβαιος ότι εκείνος ο σπόρος δεν είχε κάτι να δώσει.
Όμως, η Ειρήνη ήταν σίγουρη ότι ο σπόρος δεν βρέθηκε τυχαία στα χέρια της. Γι’ αυτό, μόλις έφθασαν στο νέο τους σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τον φυτέψει. Άνοιξε μια μικρή τρύπα στο χώμα, τον έβαλε μέσα και του έριξε λίγο νερό. Κάθε μέρα του έριχνε νερό, αλλά μάταια. Τίποτα δεν ξεμυτούσε από εκείνο το σημείο στο χώμα. Η μικρή Ειρήνη είχε απογοητευτεί πολύ.
«Ειρηνούλα, Ειρηνούλα, ξύπνα και έλα έξω!» της φώναξε ο πατέρας της ένα πρωί.
Η μικρή Ειρήνη βγήκε και ακόμα θυμάται πόσο πολύ είχε ενθουσιαστεί εκείνο το πρωινό. Ένα μικρό-μικρό πράσινο φύλο με ένα πολύ μικρό και λεπτό κορμό είχε κάνει την εμφάνισή του σε εκείνο το σημείο! Ο σπόρος της δημιουργούσε ένα δέντρο! Δεν χρειάζεται να σας πω ότι όλα πήγαν καλά. Όχι μόνο πήγαν καλά, αλλά το δέντρο μετά από πολλά-πολλά χρόνια, όταν η Ειρήνη είχε γίνει πια μεγάλη γυναίκα και είχε τη δική της οικογένεια, ήταν το καλύτερο, το ψηλότερο και το δυνατότερο δέντρο εκεί γύρω.
Ήταν τόσο γερό μάλιστα που πάνω του στερέωσαν μια κούνια. Τα παιδιά της Ειρήνης περνούσαν ώρες ατέλειωτες σ’ εκείνο το δέντρο. Έκαναν κούνια, σκαρφάλωναν πάνω του και όταν κουράζονταν, απολάμβαναν τη σκιά που τόσο απλόχερα τους προσέφερε. Η Ειρήνη είχε ζητήσει μια μεγάλη χάρη από τα παιδιά της.
«Όταν θα μεγαλώσετε και θα γίνετε εσείς υπεύθυνοι για τούτη εδώ τη γη, να μην την ταλαιπωρείτε. Να την προσέχετε! Να φυτέψετε κι άλλα δέντρα, για να τα βρουν και τα δικά σας παιδιά!»
Τα παιδιά της Ειρήνης σίγουρα θα γίνονταν σωστοί και υπεύθυνοι ενήλικες. Όμως, ήθελαν και κάτι παραπάνω από αυτά που τους ζητούσε η μητέρα τους. Ήθελαν κάτι που μέσα της ήθελε πάρα πολύ και η ίδια. Δεν είχε μεγαλώσει εκεί η μητέρα τους. Είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει σε μια άλλη περιοχή που είχε γίνει έρημος. Ή μήπως όχι ακόμα;
Ανακάλυψαν τι είχε συμβεί όταν επισκέφθηκαν το μέρος όπου είχε μεγαλώσει η Ειρήνη. Δεν ήταν και τόσο έρημος τελικά. Από τη στιγμή που όλοι όσοι έμεναν εκεί είχαν φύγει, δεν υπήρχαν άνθρωποι να παιδεύουν τη γη που δεν είχε πια κάτι άλλο να τους δώσει. Μόλις σταμάτησαν να την ταλαιπωρούν, η γη κατάφερε να βρει το δρόμο της. Είχαν εμφανιστεί ξανά λίγα φυτά. Το άγονο έδαφος παρέμενε ξερό, αλλά σου έδινε την εντύπωση ότι δεν ήταν πια τόσο άγονο. Και εκεί που περπατούσαν προς το μισογκρεμισμένο πια πατρικό σπίτι της Ειρήνης, η Ειρήνη τους ζήτησε να σταματήσουν για λίγο.
«Παιδιά μου, θυμάστε που σας είχα πει ότι το δέντρο στο σπίτι μας προέρχεται από αυτό εδώ το μέρος;»«Το θυμόμαστε, μαμά!» της είπαν και τα δύο παιδιά μαζί.
«Ήρθε η ώρα και το δέντρο να γυρίσει στον τόπο του» τους είπε βγάζοντας από την μπροστινή τσέπη του φορέματός της δυο χούφτες σπόρους. Έδωσε τους μισούς σπόρους στην κόρη της και τους άλλους στον γιο της, εκτός από έναν που κράτησε για εκείνη. Θυμόταν που στεκόταν όταν ο αέρας της είχε χαρίσει τον πρώτο σπόρο. Πήγε με το σύζυγό της σ’ εκείνο το σημείο και οι δυο τους φύτεψαν εκεί ακριβώς τον τελευταίο σπόρο που κουβαλούσε μαζί της. Τους άλλους σπόρους τούς φύτεψαν τα παιδιά της σε διάφορα σημεία του λιβαδιού.
Δεν ξέρω αν φύτρωσαν όλοι. Δεν το θεωρώ τόσο πιθανό, αλλά όσοι φύτρωσαν ήταν αρκετοί. Τα ίδια τα νέα δέντρα έριχναν κάτω σπόρους και από τους σπόρους που έπεφταν, βγήκαν καινούργια δέντρα. Τα δέντρα με τις ρίζες τους κρατούσαν πια το όσο νερό έπεφτε και το νερό έδωσε ξανά ζωή σε εκείνο το λιβάδι. Αρκετά χρόνια αργότερα, το λιβάδι ήταν σχεδόν όπως παλιά. Τι έμενε μόνο; Να φτιάξουν το μισογκρεμισμένο σπίτι. Και το έκαναν.
Πλέον, η οικογένεια της Ειρήνης είχε ένα υπέροχο νέο σπίτι σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Και όταν όλα έγιναν όπως παλιά, η Ειρήνη επισκέφθηκε με τις ηλικιωμένες πια φίλες της το μέρος που έπαιζαν όταν ήταν παιδιά. Δεν τους κρατούσαν τα πόδια τους, αλλά, μέσα στο καταπράσινο και πανέμορφο λιβάδι, θαρρείς πως έτρεχαν και έπαιζαν σαν εκείνα τα μικρά κοριτσάκια πριν από πολλά-πολλά χρόνια.